Γιάννης Σμαραγδής: ''Να κρατήσουν το δηλητήριό τους για την επόμενη ταινία μου''

Ο γνωστός σκηνοθέτης μίλησε για πρώτη φορά στο Down Town μετά τη δημόσια διαμάχη του με τους κριτικούς κινηματογράφου



 

Από τη Φανή Πλατσατούρα

O Γιάννης Σμαραγδής αποφασίζει να κάνει ταινία τη ζωή του Νίκου Καζαντζάκη. Συνηθίζει άλλωστε, να καταπιάνεται κινηματογραφικά με τις ζωές μεγάλων ανδρών. Οι κριτικοί κινηματογράφου «θάβουν» την ταινία από την πρώτη εβδομάδα προβολής της. Ο σκηνοθέτης της μιλά για «οργανωμένο σύστημα εξόντωσής του» και ανακοινώνει ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, ότι θα τους στείλει στα δικαστήρια. Την ίδια στιγμή η ταινία βγαίνει πρώτη στο ελληνικό box office, κόβοντας περισσότερα από 235.000 εισιτήρια, όλο το διάστημα προβολής της.

 

-Φανταζόσασταν ότι θα ξεσπούσε τέτοιος θόρυβος μετά τις δηλώσεις σας ότι θα πάτε στα δικαστήρια τους κριτικούς κινηματογράφου;

Ναι, το είπα γιατί είχα σφόδρα  ενοχληθεί για την ανίερη και βάρβαρη επίθεση ενάντια στους σπουδαίους συνεργάτες μου, αλλά και για τις μικρόψυχες χυδαιότητες προς το πρόσωπό μου. Δεν είπαν και λίγα. Ωστόσο, όταν διάβασα ότι το κοινό συλλήβδην κατέκρινε την ομάδα των κριτικών οι οποίοι χυδαιολόγησαν ενάντια στη ταινία,και έγραψαν τα μύρια όσα απαξιωτικά γι' αυτούς βεβαιώθηκα πως ο μέγας κριτής όλων μας, το κοινό, τους έχει ήδη καταδικάσει. Και αυτή η καταδίκη μου αρκεί γιατί είναι ισχυρότερη των δικαστηρίων.

 

 -Υποθετικά αν είχατε όσους κριτικούς σας λοιδόρησαν απέναντί σας σε ένα τραπέζι συζητήσεων, ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα τους λέγατε;

Θα τους έδινα να διαβάσουν ό,τι έχει γραφτεί από το κοινό για την ταινία, αλλά και ό,τι έχει γραφτεί για αυτούς δημόσια, όπως π.χ. στο Αθηνόραμα. Το κοινό καταδίκασε εκείνους του «κριτικούς» για την χυδαιότητά τους και είμαι σίγουρος ότι στο μέλλον δεν θα εμπιστεύονται τα γραφόμενά τους.

  

-Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι από τη μία η ταινία «Καζαντζάκης» έκοψε μέχρι σήμερα, περισσότερα από 235.000 εισιτήρια και από την άλλη συγκέντρωσε τόσες πολλές αρνητικές κριτικές;

‘Όπως ανέφερα δέχτηκε αρνητικές κριτικές από μια ομάδα "κριτικών”, οι οποίες κατά έναν «παράδοξο» τρόπο είναι πανομοιότυπες και όλες ομοίως  εκτεταμένες. Σαν να απορρέουν από το ίδιο «κέντρο». Και επειδή ακούστηκε ότι δεν υπάρχουν φατρίες και ομαδοποιήσεις στους κριτικούς και στον κινηματογράφο ευρύτερα, ιδού τι είπε σε συνέντευξή του ένας άνθρωπος που γνωρίζει ακριβώς τι συμβαίνει στον χώρο, ο Λάκης Λαζόπουλος: 

"Τα πράγματα είναι πολύ ελεγχόμενα, ακόμα και τα σχόλια που θα μπεις να δεις είναι εγκάθετα. Υπάρχουν ομάδες στημένες μέσα σε διάφορα δημοσιογραφικά γραφεία που κάνουν αυτή τη δουλειά. Ποτέ μου δεν διάβασα κριτικές […] Υπάρχουν κριτικοί κινηματογράφου που είναι στο payroll των εταιριών παραγωγής. Υπάρχει μία πνευματική δηλητηρίαση".

 

-Προσπαθήσατε με κάποιον τρόπο να «μαζέψετε» κάπως τις αρνητικές κριτικές; Παραπονεθήκατε σε κριτικούς που είχατε το θάρρος για ό,τι έγραψαν;

Όχι, βέβαια. Θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι. Δεν είμαι ενάντια στην κριτική. Η κριτική είναι χρήσιμη να συνυπάρχει με τη δημιουργία. Αλλά η κριτική. Όχι η συκοφαντία, η κατασπίλωση ή η χυδαιότητα. Όταν οι δικηγόροι μου είδαν τι έχει γράψει αυτή η ομάδα των κριτικών, είδαν σειρά από δυσφημιστικά κείμενα και «κριτικές» τραβούσαν τα μαλλιά τους, λέγοντας πώς τόλμησαν να γράψουν τέτοια πράγματα, τα οποία ασφαλώς επιδέχονται μηνύσεις ή αγωγές. Δείτε δυο αποσπάσματα  απ΄αυτά που γράφτηκαν και πείτε μου αν έχουν σχέση με κριτική: 

«Έχεις βρεθεί ποτέ σε εκείνη τη μεταφυσική κατάσταση που τα χέρια σου μυρίζουν ποδαρίλα; Αν θες να το βιώσεις, βρήκες ταινία να νοιαστεί για σένα. Γιατί το μόνο σίγουρο είναι πως ο ασταμάτητος καταστροφέας όλων των εθνικών εμβλημάτων, Γιάννης Σμαραγδής, το τελευταίο για το οποίο ενδιαφέρεται εδώ πέρα είναι ο Νίκος Καζαντζάκης».

Άλλος απεχθής, χολερικός κριτικός γράφει: «Νάνοι (εμείς οι συντελεστές) εναντίον «γίγαντα»(τον Καζαντζάκη) και με ονομάζει δολοφόνο («Εκτελεστή») του Καζαντζάκη. 

 

Δείτε τώρα, τι λέει για την ταινία το αρμοδιότερο πρόσωπο που υπάρχει στον κόσμο για τον Καζαντζάκη, η Νίκη Σταύρου, η οποία απόλυτα κατέχει το έργο του και δουλεύει ακατάπαυστα ως Απόστολος του συγγραφέα για να διαδώσει το έργο και τις αξίες του Καζαντζάκη στα πέρατα του κόσμου. Ας σημεωθεί ότι η Νίκη Σταύρου είναι η πνευματική κληρονόμος και ιδιοκτήτρια των Εκδόσεων Καζαντζάκη αλλά και βαπτισιμιά της Ελένης Καζαντζάκη: 

 

«Η ταινία φώτισε την καρδιά του Καζαντζάκη, τους ανθρώπους που αγάπησε και που τον αγάπησαν. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για μια μεγάλη και πολύπτυχη ιστορία αγάπης, όλη λουσμένη με το ελληνικό φως» Και συνεχίζει: «Εγώ, ως Νίκη, που γνώρισα το χαμόγελο της νονάς μου, της Ελένης Καζαντζάκη, όταν μιλούσε για τον Νίκο της, είδα το ίδιο ακριβώς χαμόγελο στο πρόσωπο της Μαρίνας Καλογήρου». Όσο για τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, είπε ότι είναι η μετεμψύχωση του Νίκου Καζαντζάκη…!

-Για ποιον λόγο να θέλουν κάποιοι να σας στοχοποιήσουν τόσο πολύ; Τι έχουν να κερδίσουν;

Έχουν να κερδίσουν… Ο κινηματογράφος που υποστηρίζει η συγκεκριμένη ομάδα και η οποία έχει στην ουσία μια «σωματική σχέση», με τον κινηματογράφο με αρνητικό πρόσημο,  δεν απέκτησε ποτέ την αγάπη του κόσμου, θέλουν να πιστεύουν ότι αν δεν υπάρχουν ταινίες σαν αυτές που κάνω εγώ στο κινηματογραφικό πεδίο, θα έχουν κυρίαρχο ρόλο οι ταινίες αυτές. Της παραβατικότητας, της νεοβαρβαρότητας  και της μιζέριας.  Αυτές τις ταινίες υποστηρίζουν και ό,τι τους μοιάζει εμπόδιο, το κυνηγάνε. Και βέβαια τους ενοχλεί πάρα πολύ που άνθρωποι σαν εμένα, κάνουν πολλά εισιτήρια. Στο παρελθόν τους ενοχλούσαν ο σπουδαίος Δήμος Αβδελιώδης και ο φίλος Παντελής Βούλγαρης, ευτυχώς πλέον τους έχουν αφήσει στην ησυχία τους. Πρόσφατα επετέθησαν με  όμοια εμπάθεια στον Μανούσο Μανουσάκη. Υπάρχει μια σταθερή παράδοση με τους Έλληνες κριτικούς να σπιλώνουν τις ελληνικές ταινίες που αγαπάει ο κόσμος, π.χ. οι ταινίες του Σακελλάριου. Το τι λάσπη είχε φάει αυτός ο άνθρωπος και τι γιούχα, δεν λέγεται. Εκείνου του σκηνοθέτη που οι σημερινοί θεατές αγκαλιάζουν τις ταινίες του, επειδή ακριβώς δίνουν έναν τόνο αισιοδοξίας, αμόλευτης αγάπης και χαράς ως αντίδοτο στην ομαδική πλέον κατάθλιψη που λόγω κρίσης απειλεί όλους μας. Και αυτές τις ταινίες που στήριζαν οι τότε κριτικοί, ποιος τις βλέπει; Κανείς...

 

-Αν αύριο αποφασίζατε να μην ξανακάνετε ταινία, οι ίδιοι άνθρωποι θα πανηγύριζαν;

Ναι, αλλά δεν θα τους κάνω τη χάρη. Τους προτείνω μάλιστα να κρατήσουν το δηλητήριό τους για την επόμενη ταινία μου, μόνο εν τω μεταξύ να προσέξουν να μην αυτοδηλητηριαστούν. Να τους πω, επίσης, ότι αν ήξεραν από δημιουργία θα γνώριζαν πως τα έργα από τη στιγμή που γίνονται, αυτονομούνται και αυτοπροστατεύονται και συνομιλούν μόνο με τον χρόνο… Άρα… Αυτοί ό,τι κάνουν τσάμπα το κάνουν, η λάσπη τους δεν τα αγγίζει.

 

-Λένε ότι οι αρνητικές κριτικές δείχνουν το βαρόμετρο της επιτυχίας κάποιου. Σε εσάς τι έδειξαν;

Έδειξαν ότι παρά την οργανωμένη επίθεση, ο κόσμος έχει καθαρό κριτήριο και επικροτεί τα έργα που κάνουν καλό στην ψυχή. Εν τέλει, κανείς δεν ακούει τους κριτικούς, γιατί είναι στον κόσμο τους, και κολλημένοι στις εμμονές τους.

 

-Αν ζούσε σήμερα, ο Καζαντζάκης τι θα σας έλεγε για όλα αυτά;

Αυτός ο Μέγας, θα έλεγε στην μικρότητά μου: «Πολεμικός σου έλαχε ο κλήρος! Πολέμα». Πόλεμο έχουμε γιατί οι παγκοσμιο-ποιητές και οι συνειδητά ή ασυνείδητα ακόλουθοί τους «θερίζουν δέντρα και τα κάνουν θάμνους».

 

-Έχοντας μελετήσει πολύ και σε βάθος τον Νίκο Καζαντζάκη, βρίσκετε κάποια κοινά σημεία με εκείνον; Πέραν ίσως, του ότι και οι δύο πολεμηθήκατε έντονα.

Ε, αυτό δε φτάνει…; Και οι δυο Κρητικοί είμαστε. Όπως και οι ήρωές του, έτσι και ο ίδιος ήξερε να δίνει τις μάχες. Εγύριζε πάντα το στήθος του προς τον Βορειά και έλεγε «εδώ είμαι, ελάτε». Κάτι ξέρω κι εγώ απ’ αυτό...

 

-Τι γνώμη έχετε για τους Έλληνες κριτικούς; Έχουν βασικές ελλείψεις γνώσεων πάνω στη σκηνοθεσία και τον κινηματογράφο;

Υπάρχουν σπουδαίοι κριτικοί που έχουν και κινηματογραφική και συναισθηματική παιδεία αλλά είναι δυστυχώς μειοψηφία

όπως ο Γιάννης Ζουμπουλάκης από το ΒΗΜΑ, ο οποίος είναι άρχοντας της πένας, αγαπά τον κινηματογράφο και είναι καθαρός άνθρωπος και δίκαιος, ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος επίσης καθαρός άνθρωπος καθώς και ο Χρήστος Μήτσης τον οποίο εκτιμώ, γιατί γράφει κριτικές και οχιλίβελους παρότι δεν είναι καθόλου θιασώτης των ταινιών μου, το αντίθετο μάλιστα, εκτιμώ επίσης τον νεαρό Κωνσταντίνο Σωτηρόπουλο, ο οποίος έχει έναν πολύ προσωπικό κρυστάλλινο τρόπο, να ακουμπάει τις ψυχές των ταινιών, και ξέρει να τις αγαπά. Γιατί, αν δεν ξέρεις να αγαπάς, όπως οι περισσότεροι κριτικοί δεν μπορείς να ακουμπήσεις τις ψυχές των έργων. Τα έργα ξέρετε, σου επιστρέφουν την αγάπη που στέλνεις ή την αρνητικότητα που στέλνεις. Λειτουργούν σαν καθρέφτης και μεγεθύνουν αυτό που έχεις μέσα σου. 

 

-Τι έλεγε η πιο εύστοχη κριτική που διαβάσατε για την ταινία σας;

Τα πιο εύστοχα που είδα και διάβασα για την ταινία, είναι από αμερόληπτους ανθρώπους που δεν είναι μέσα σε καμία φατρία, μέσα ή γύρω από τον κινηματογράφο. Π.χ. η κριτική του Γ. Ζουμπουλάκη: «[…]Αυτή η σχέση άντρα - γυναίκας είναι τελικά η τεράστια δύναμη της ταινίας, το κομμάτι εκείνο που μπορεί κυριολεκτικά να τσακίσει ακόμη και την πιο κυνική ψυχή, ίσως επειδή ο σκηνοθέτης την εξιδανικεύει σε τέτοιον βαθμό που θαρρείς ότι ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν όλα τα ζευγάρια ήταν σαν τον Νίκο και την Ελένη Καζαντζάκη. Αυτό το «εσύ κι εγώ ένα» που πίστεψαν για τον εαυτό τους βγαίνει υπέροχα στο πανί, σε ξεπερνά.»  

Αλλά το πιο ανέλπιδο συμβάν που μου έδειξε πως περνάει στους θεατές το μέσα σώμα της ταινίας (η ψυχή της) ήταν στη πρεμιέρα της ταινίας στη Νέα Υόρκη που ήταν ένας θρίαμβος, όπως ήδη γράφτηκε. Εκεί, ένας Αυστριακός τραπεζίτης είπε στην Μαρίνα Καλογήρου πως έκλαιγε σε όλη την ταινία. Όταν τον ρώτησε «γιατί», είπε: «Είμαι τραπεζίτης. Όλη μου τη ζωή, ζω μέσα σε πλαίσια. Αυτή η ταινία μού έδειξε τι στερήθηκα στη ζωή μου: την χαρά της Ελευθερίας».

 

-Πιστεύετε πως υπήρξαν άνθρωποι που πήγαν να δουν την ταινία σας έχοντας γράψει από πριν την κριτική τους ή ακόμη χειρότερα χωρίς να μπουν καν, στον κόπο να δουν την ταινία;

Οι προκατασκευασμένοι αρνητές είδαν τη ταινία, αλλά δεν την «είδαν»! Όσο για αυτά που κυκλοφορούν στο σκοτεινό διαδίκτυο ενάντια στην ταινία, είναι από ανθρώπους που δεν έχουν δει την ταινία. Οι ταινίες, ωστόσο, δεν κρίνονται στο διαδίκτυο ούτε στα γραφεία των sites, κρίνονται στις αίθουσες. Ο μεγάλος Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο οποίος συχνά βρέθηκε απέναντι σε άγριες επιθέσεις κριτικών, έλεγε: «κάθε έργο τέχνης αξιολογείται από την ιστορία και τους απλούς ανθρώπους που θα το παρακολουθήσουν». Δεν έχετε παρά να ρωτήσετε τους αιθουσάρχες οι οποίοι πρόβαλαν την ταινία για να σας πουν τι έζησαν από την συντριπτική πλειοψηφία των θεατών. Συχνότατα στο τέλος της ταινίας, χειροκροτούσαν. Άλλες φορές, έμεναν ακινητοποιημένοι μετά την προβολή, σαν να μην ήθελαν να φύγουν από τον κόσμο της ταινίας, και να βγουν στην σκληρή τρέχουσα πραγματικότητα. 

 

Να ρωτήσω κάτι που έχω πραγματικά, απορία; Στο τέλος της ταινίας παρακολουθούμε τον Νίκο Καζαντζάκη να πηγαίνει στον «Παράδεισο», όπου εκεί συναντά τον El Greco. Aυτό δεν είναι αντίθετο στη φιλοσοφία του Καζαντζάκη που ήταν αγνωστικιστής;

Αγνωστικιστής; Δεν Ισχύει αυτό. Σας συνιστώ να διαβάσετε το βιβλίο της Ελένης Καζαντζάκη «Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ», εκεί θα πάρετε τις απαντήσεις. Ο Καζαντζάκης συνομιλούσε με το Κεντρικό Φώς. Όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί συνομιλούν με το Κεντρικό Φώς, με τη Συμπαντική Αρμονία. Μόνο που δεν το λένε, γιατί οι καιροί δεν το επιτρέπουν, μπορεί να παρεξηγηθούν. Σε χίλια χρόνια από τώρα, πιστεύω, ότι μπορεί να είναι μέσα στη καθημερινότητά μας το να συνομιλεί κανείς με το Θείο και θα μπορεί να το λέει ο καθένας χωρίς να φοβάται τον χλευασμό, πολύ δε περισσότερο οι μεγάλοι δημιουργοί.

 

Γενικά τι άποψη έχετε για τον ελληνικό κινηματογράφο; Πιστεύετε ότι οι Έλληνες σκηνοθέτες θα μπορούσαν να διακριθούν ακόμη περισσότερο αν εγκατέλειπαν εγκαίρως, την Ελλάδα όπως έκανε ο Γιώργος Λάνθιμος;

Είναι μεγάλα ταλέντα που κατά την άποψη μου, σκάβουν ενίοτε σε λάθος χωράφια. Ο Λάνθιμος, τον οποίο γνωρίζω, γιατί υπήρξε σπουδαστής σε μαθήματά μου σε σχολή κινηματογράφου, είναι το κορυφαίο πρόσωπο της γενιάς του, ο οποίος για να αποφύγει τη λάσπη και το φθόνο των «άλλων» (δεν κάνανε λίγα και σ' αυτόν, οι λασπολόγοι) έφυγε έξω για να διαπρέψει, δικαίως, διεθνώς.

Φωτογραφίες: Κοσμάς Κουμιανός